13.3 C
Athens
Παρασκευή, 24 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣΤο Εργατικό Ατύχημα στις ΕΔ

Το Εργατικό Ατύχημα στις ΕΔ

Η ΠΟΕΣ στο πλαίσιο της συνεχούς ανάδειξης θεμάτων που αφορούν την προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία και συνακόλουθα τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών, αναδεικνύει ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα στο συνολικό πλαίσιο και συγκεκριμένα την απουσία της έννοια του εργατικού ατυχήματος από τις ΕΔ και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Όσο κι αν ακουστεί περίεργο, αν όχι κωμικοτραγικό, ένα συγκεκριμένο περιστατικό (ατύχημα) αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος εργασιακής σχέσης που μπορεί να  έχουν οι εργαζόμενοι: για τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ υφίσταται η έννοια του εργατικού ατυχήματος αλλά για τους εργαζόμενους στις ΕΔ (και το Δημόσιο), όχι. Όσο κι αν ακουστεί μακάβριο ή οξύμωρο, από διάφορες δικαστικές αποφάσεις προκύπτει ότι για να δικαιωθεί ένας εργαζόμενος κατά του Δημοσίου, θα πρέπει κυριολεκτικά να χάσει τη ζωή του και αυτό διότι αναγνωρίζεται μόνο η υπαιτιότητα του Δημοσίου και αυτή υπό προϋποθέσεις, όρους και εξαιρέσεις. Πρόκειται για μια ακόμα ιδιαίτερα σοβαρή ένδειξη ότι το κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις ΕΔ, γεγονός που καθιστά για μια ακόμα φορά τους στρατιωτικούς ως παιδιά ενός κατώτερου θεού, στο πλαίσιο της εργασίας πολλών ταχυτήτων.

ΘΕΜΑ:   Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία (Εργατικά Ατυχήματα)

ΣΧΕΤ.:  α.  Ν. 551/1914 (ΦΕΚ Α΄ 11, «Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργασιών ή υπαλλήλων»)

β.  ΑΝ 1846/1951 (ΦΕΚ Α΄ 179, «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων»)

        γ.  Ν. 3850/2010 (ΦΕΚ Α΄ 84, «Κύρωση του Κώδικα Νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων»)

        δ.  Εγκύκλιος ΙΚΑ αρ.45/2010 («Εργατικό Ατύχημα»)

        ε.  Υπ΄ αριθμ. πρωτ. 20911/26-9-2016/ΥΠΕΚΑ/ΣΕΠΕ

  στ. Υπ΄ αριθμ. πρωτ. 397664/4-10-2019/ΥΠΕΚΥ/ΣΕΠΕ

        ζ.  ΣΥΑ ΥΠΕΘΑ 2022

η.  Υπ’ αριθμ. πρωτ. 668/2023 έγγραφό μας

θ.  Υπ’ αριθμ. πρωτ. 1432/2023 έγγραφό μας

        ι.  Υπ’ αριθμ. πρωτ. 1656/2023 έγγραφό μας

        ια. Υπ’ αριθμ. πρωτ. 19/2024 έγγραφό μας

        ιβ. Υπ’ αριθμ. πρωτ. 308/2024 έγγραφό μας

        ιγ. Υπ’ αριθμ. πρωτ. 365/2024 έγγραφό μας

              Κύριε Υπουργέ.

              Κυρία Υπουργέ 

      Η Ομοσπονδία μας έχει αναδείξει κατ’ επανάληψη τα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν σε επίπεδο υγείας και ασφάλειας στην εργασία, προβαίνοντας σε στοχευμένες επισημάνσεις και προτάσεις, αποδεικνύοντας ότι ο νόμος στις ΕΔ τηρείται μερικώς, σε σημείο να εγείρονται εύλογα ερωτήματα εάν, τελικώς, τηρείται καν.

      Σήμερα θα αποκαλύψουμε μια ακόμα ιδιαίτερα σοβαρή πτυχή του προβλήματος, η οποία αποδεικνύει ότι η αδυναμία τήρησης του νόμου στις ΕΔ είναι θεσμικώς κατοχυρωμένη σε σημείο που καθίσταται αυτονόητη. Για το λόγο αυτό θα χρειαστεί να περιγράψουμε μια ρεαλιστική αν και μερικώς υποθετική κατάσταση που βασίζεται σε γεγονότα της καθημερινότητας των στρατιωτικών:

  • Βρισκόμαστε στο 2004, λίγο πριν το Πάσχα, στο φυλάκιο Μάνιτσα στον Έβρο. Πέντε οπλίτες θητείας και ένας πολίτης, ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, τοποθετούν έναν ιστό για τη σημαία σε σημείο που έχει υποδειχθεί, στο πλαίσιο ανατεθείσας εργασίας. Κατά τις εργασίες, χάνουν τη ζωή τους από ηλεκτροπληξία έξι (6) άνθρωποι, διότι ο ιστός ακούμπησε σε παρακείμενα καλώδια ηλεκτροδότησης.
  • Έως τώρα, η μόνη υπόθεση στο ανωτέρω πραγματικό περιστατικό είναι ο ένας επιπλέον νεκρός πολίτης, σε σχέση με τον πραγματικό αριθμό των πέντε (5) στρατευσίμων του 2004.

      Ας εισάγουμε και μια δεύτερη υπόθεση, ότι δηλαδή κατά την ημερομηνία του προαναφερθέντος δυστυχήματος υπήρχε ήδη (και εφαρμοζόταν) το ΣΥΑ ΥΠΕΘΑ και, βεβαίως, εφαρμοζόταν η πρόβλεψη της παρα. 2 του άρθρου 2 του ΚΝΥΑΕ [σχετικό (γ)]. Από το συμβάν, με βάση το ισχύον κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο, προκύπτει ένα παράδοξο: για μια εργασία που έγινε την ίδια στιγμή, στον ίδιο τόπο, υπό τις ίδιες συνθήκες και το αποτέλεσμά της (θάνατος) προκλήθηκε από ένα γεγονός, οι έξι θάνατοι (παρομοίως, τραυματισμοί σε άλλες περιπτώσεις) θα είχαν συμβεί υπό διαφορετικές εργασιακές συνθήκες. Αδιανόητο κι όμως αληθινό.

      Όπως προκύπτει από τη (δ) σχετική εγκύκλιο του ΙΚΑ, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, ο νόμος δεν ορίζει ποια από τα ατυχήματα είναι εργατικά. Εντούτοις, στους εννοιολογικούς προσδιορισμούς της παρα. 4 του άρθρου 8 του (β) σχετικού, η έννοια του όρου «ατύχημα» αποδίδεται με τη φράση «το εν τη εργασία ή εξ αφορμής ταύτης βίαιον συμβάν και την επαγγελματική ασθένεια» για να συμπληρωθεί ακολούθως ότι «Ο όρος ‘‘εργασία’’ αναφέρεται σε οποιαδήποτε εργασία η οποία, κατά εντολή εργοδότη, παρέχεται από τον εργαζόμενο ακόμα και εάν αυτή είναι πέρα από τα καθήκοντά του που απορρέουν από τη σχετική σύμβαση εργασίας του».

      Η ανωτέρω περιγραφή εμπεριέχει μια προϋπόθεση: το ατύχημα πρέπει να «έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ασφαλιστέας στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή εξαιτίας αυτής. Σαν τέτοιο περιστατικό θεωρείται κάθε βίαιο εξωτερικό γεγονός που προκάλεσε την πάθηση ή βλάβη ή την επιδείνωση προϋπάρχουσας νόσου, εφόσον έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή και συνδέεται με την εργασία άμεσα ή έμμεσα σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος».

      Προκειμένου να μην υπάρχουν παρερμηνείες ως προς το ποιους αφορά η ανωτέρω περιγραφή, η ίδια εγκύκλιος αναφέρει ότι «Δεν χαρακτηρίζονται ως εργατικά ατυχήματα: […] 2. Τα ατυχήματα που συμβαίνουν κατά την εκτέλεση της εργασίας που δεν ασφαλίζεται στο Ίδρυμα. […] 5. Εξάλλου χαρακτηρίζεται ως ατύχημα εκτός εργασίας το ατύχημα που συμβαίνει σε ασφ/νο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, εφόσον έχει αναγγελθεί από τον ίδιο ή μέλος της οικογένειάς του μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 21 του Κ.Α.Α. ανεξάρτητα εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος συνδέεται ή όχι άμεσα με το Ίδρυμα . Επισυμβάν ατύχημα σε ασφ/νο διαρκούσης της ανικανότητας αυτού προς εργασία λόγω ασθένειας θεωρείται εξωεργατικό ατύχημα και γεννά αξίωση για τη λήψη των υπό του Νόμου για την περίπτωση αυτή προβλεπόμενων παροχών. (Γ2 παρ. 4489). Εάν το ατύχημα χαρακτηρισθεί από άλλο Ταμείο π.χ. ΤΑΞΥ εάν είναι ασφ/νος για τον κλάδο ασθένειας και για τον κλάδο Σύνταξης στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το ατύχημα θα χαρακτηρισθεί ξανά από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.» Εν ολίγοις δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ότι το εργατικό ατύχημα ως όρος δεν αφορά τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, άρα κατ’ επέκταση και τις ΕΔ.

      Η ανωτέρω ιδιαιτερότητα είναι γνωστή στη Διοίκηση και αυτό αποδεικνύεται από τον ορισμό στο (ζ) σχετικό για τη «Διακινδύνευση της Υγείας και Ασφάλειας στην εργασία» είναι ο «Συνδυασμός της πιθανότητας εμφάνισης επικίνδυνου εργατικού συμβάντος ή έκθεσης σε κίνδυνο και της σοβαρότητας του τραυματισμού και της ασθένειας που μπορεί να προκαλούν» (ΣΥΑ-01/3.0). Κατά τα λοιπά, στο εν λόγω Πρότυπο, η μόνη περίπτωση που συναντάμε το συνδυασμό των λέξεων «εργατικό ατύχημα» είναι στην αρμόδια επιτροπή διερεύνησης, η οποία σε σχέση με το ΣΥΑ ΥΠΕΘΑ 2007 πλέον ονομάζεται «Επιτροπή Διερεύνησης του Εργατικού Ατυχήματος / συμβάντος Μονάδος» (ΣΥΑ-01/10.1), αλλαγή που, βεβαίως, συνιστά μιας μορφής πρόοδο, έστω κι αν αυτή έχει γίνει για το θεαθήναι.

      Σε αυτό το σημείο προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα: τι ισχύει στο Δημόσιο για ένα «εργατικό ατύχημα»; Αυτή ακριβώς τη θεμελιώδη πλευρά του συνολικού προβλήματος θα φέρουμε σήμερα στο φως: στις ΕΔ και το Δημόσιο γενικότερα δεν προβλέπεται η ύπαρξη εργατικού ατυχήματος, διότι υφίσταται ο παράδοξος όρος της υπαιτιότητας της Υπηρεσίας. Όμως, γιατί η «υπαιτιότητα της Υπηρεσίας» αναιρεί τον όρο του «εργατικού ατυχήματος»;

      Σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Συναφώς, το άρθρο 106 αναφέρει ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.».

      Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι για έναν εργαζόμενο στο Δημόσιο (άρα και τις ΕΔ) κατ’ αντιστοιχία με τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ το θέμα της αποζημίωσης καλύπτεται από το άρθρο 932 του ΑΚ το οποίο προβλέπει ότι «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης … Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.», το μείζον ζήτημα της μη επέκτασης του «εργατικού ατυχήματος» και στο Δημόσιο, εξακολουθεί να μένει αναπάντητο.

      Ωστόσο, με την (δ) σχετική εγκύκλιο αποκαλύπτεται περίτρανα το μέγεθος της αντίφασης. Ενώ έχουμε αποδείξει με στοιχεία (πχ έλλειψη ΑΙΦ) ότι οι διερευνήσεις συμβάντων είναι εκ των πραγμάτων ανεπαρκείς, σε μια εποχή που παρατηρείται μια κατά τα λοιπά «ανεξήγητη» αύξηση αυτοκτονιών, καρδιολογικών νοσημάτων κλπ (στις ΕΔ), είναι αδιανόητο οι διάφορες απώλειες, τραυματισμοί, προκλήσεις ανικανότητας κλπ, να μην μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εργατικά ατυχήματα, όχι επειδή δεν έχει αποδειχθεί η σχέση τους με την εργασία, αλλά επειδή δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις της σχέσης αυτής. Κοινώς, όλα αποδίδονται «σε κοινή νόσο».

      Όταν, όμως, η Πολιτεία δεν μεριμνά για την διευθέτηση σοβαρών εκκρεμοτήτων, όπως η μη ολοκλήρωση της θεσμοθέτησης (άρα και αναγνώριση) των ασθενειών και των συνδρόμων που αποδίδονται στην εργασία, όταν αδυνατεί να πράξει τα αυτονόητα ακόμα και όταν συνομολογείται η αδυναμία τήρησης του νόμου (όπως έγινε από πλήθος φορέων στην Ημερίδα για την Υγεία και Ασφάλεια του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης τον περασμένο Δεκέμβριο), τότε πώς μπορεί να αποδειχθεί η οποιαδήποτε σχέση μεταξύ εργασίας και ατυχήματος και πολύ περισσότερο ότι πρόκειται για σχέση αιτίου-αποτελέσματος; Προφανώς καθίσταται αδύνατο και η απόδειξη βαραίνει τον εργαζόμενο.

      Ακόμα σοβαρότερα, η ίδια εγκύκλιος διευκρινίζει ότι «Η επιδείνωση της υγείας του ασφ/νου και ο θάνατός του απ’ αυτή, όταν είναι συνέπεια της συνέχισης της εργασίας με δυσμενείς όρους και συνθήκες, εφόσον η εργασία λόγω της φύσης της δε μπορεί να εκτελείται παρά με τους όρους και τις συνθήκες αυτές. Δεν εξομοιώνεται δηλαδή με εργατικό ατύχημα η νόσος που προκλήθηκε από βαθμιαία εξασθένιση του οργανισμού λόγω του είδους της εργασίας.», δημιουργώντας γόνιμο έδαφος για πλήρη παράκαμψη των άρθρων 42 και 43 του ΚΝΥΑΕ, στο πλαίσιο των οποίων (μεταξύ άλλων) «5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων…»

              Κύριε Υπουργέ.

              Κυρία Υπουργέ.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Πολιτεία όχι απλώς εθελοτυφλεί στο πρόβλημα, αλλά ότι διατηρεί σκοπίμως, δια της μη επίλυσης του, μια άνιση, πιθανώς αντισυνταγματική, διάκριση. Στο πλαίσιο αυτής της διάκρισης, οι στρατιωτικοί στερούνται ακόμα και της ισότιμης πρόσβασης στις πρόνοιες περί αποζημίωσής τους «ένεκα της Υπηρεσίας», αφού διαρκώς βρίσκονται αντιμέτωποι με κάποια διάταξη ή εξαίρεση ή αστερίσκο που θα τους αναπροσαρμόσει εκ νέου, και πάντα «κατ’ εξαίρεση» το εργασιακό τους περιβάλλον.

Έχουμε αποδείξει στο παρελθόν ότι στις ΕΔ οι εργασιακές συνθήκες διαρκώς ελαστικοποιούνται, πάντα κατά το δοκούν και συνήθως λόγω «υπηρεσιακών αναγκών», όρος απολύτως νεφελώδης που ευνοεί την αυθαιρεσία. Πλέον, καταστήσαμε σαφές ότι επιπλέον ασάφειες ή «ειδικές πρόνοιες» δημιουργούν πρόσθετες, εξίσου αόριστες εξαιρέσεις, που έχουν ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση των πιθανοτήτων της εφαρμογής του νόμου και για τους στρατιωτικούς. Υπό αυτές τις συνθήκες και όσο κι αν ακουστεί μακάβριο, σύμφωνα με το νόμο ένας εργαζόμενος στο Δημόσιο, κυριολεκτικά, πρέπει να πεθάνει, ώστε οι συγγενείς του στη συνέχεια να αξιώσουν αποζημίωση, η οποία σε περίπτωση δικαίωσης θα φτάσει στο Εφετείο (ενδεικτικά, ΔΕφΑθ 2238/2021 που αφορά θάνατο στελέχους του ΠΝ, ειδικότητας μηχανικού, από αμίαντο).

Κατόπιν των ανωτέρω και εν όψει της αναθεώρησης του πλαισίου ΥΑΕ (ήτοι της αντικατάστασης του ΚΝΥΑΕ από νέο πλαίσιο), καθίσταται σαφές ότι είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να επεκταθεί θεσμικά η έννοια του εργατικού ατυχήματος και στο σύνολο του Δημοσίου με ρητή αναφορά στις ΕΔ, ώστε να κατοχυρώνεται η πλήρης αντιστοίχιση σε υποχρεώσεις και δικαιώματα. Εάν αυτό δεν γίνει, θα αποτελέσει ξεκάθαρη απόδειξη ότι η Πολιτεία δεν επιθυμεί να επιλύσει το πρόβλημα, γεγονός που, όχι μόνο συντείνει στην συνέχιση της άνισης εφαρμογής του νόμου σε εργαζόμενους κατά παρέκκλιση των συνταγματικών επιταγών καθ’ όσον το αποτέλεσμα (ατύχημα) θα κρίνεται με βάση τη σχέση εργασίας των εργαζομένων και όχι με βάση τις συνθήκες εργασίας αυτών, αλλά παράλληλα θα συνεχίσει να αναιρεί κάθε άλλη υποχρέωση της εργοδοσίας (όπως η διερεύνηση των εργατικών ατυχημάτων αφού σε κάθε περίπτωση δεν θα παρέχεται το απαιτούμενο κανονιστικό και θεσμικό υπόβαθρο).

Για το λόγο αυτό, προτείνουμε να συμπεριληφθούν οι κάτωθι διατάξεις σε άρθρα του υπό σύνταξη νόμου για το πλαίσιο της προστασίας της Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία, ως εξής:

«Άρθρο …

Ορισμοί

  1. Εργατικό ατύχημα ορίζεται κάθε συμβάν ή επαγγελματική ασθένεια ή πρόκληση πάθησης ή πρόκληση βλάβης ή επιδείνωση προϋπάρχουσας νόσου ή πάθησης, που συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας ή εξ αιτίας αυτής ή με αφορμή αυτή, με αποτέλεσμα να προκλήθηκε ανικανότητα, τραυματισμός ή θάνατος. Προϋπόθεση του χαρακτηρισμού ως εργατικό ατύχημα είναι, το γεγονός να συνδέεται με την εργασία άμεσα ή έμμεσα με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ανεξάρτητα εάν υφίσταται βίαιος ή έκτακτος ή απρόσμενος χαρακτήρας στις συνθήκες του συμβάντος.
  2. Ως ‘‘εργασία’’ νοείται οποιαδήποτε ενέργεια η οποία, κατά εντολή εργοδότη, παρέχεται από τον εργαζόμενο ακόμα και εάν αυτή είναι πέρα από τα καθήκοντά του που απορρέουν από τη σχετική σύμβαση εργασίας του.

Άρθρο …

Εργατικό Ατύχημα

  1. Το εργατικό ατύχημα δύναται να αφορά κάθε εργαζόμενο, ανεξάρτητα από το ταμείο ασφάλισης, ή τη μη ύπαρξη αυτού, και χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, ενώ γεννά τις αντίστοιχες αξιώσεις εις βάρος του εργοδότη εφόσον αποδειχθεί η σχέση του με την εργασία.
  2. Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος διενεργείται διερεύνηση ατυχήματος με μέριμνα του εργοδότη, ενώ παράλληλα ειδοποιείται η Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας. Η αρχή ευθύνης του εργοδότη δεν θίγεται από την τυχόν μη εκπλήρωση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων προς τον εργαζόμενο, ή τυχόν ύπαρξη ειδικών προϋποθέσεων ασφάλισης. Το πόρισμα της διερεύνησης του εργατικού ατυχήματος από τον εργοδότη κοινοποιείται υποχρεωτικά στον εργαζόμενο και δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί για την τεκμηρίωση τυχόν άδικων πράξεων εις βάρος του.
  3. Εργατικό ατύχημα χαρακτηρίζεται και το γεγονός που συνέβη:

α) Στον χρόνο κατά τον οποίον ο εργαζόμενος τίθεται στη διάθεση του εργοδότη (γνήσια ετοιμότητα προς εργασία), ανεξάρτητα αν αυτή τελικώς δεν παρασχέθηκε.

β) Κατά τον χρόνο μετάβασης από και προς την εργασία εφόσον χρησιμοποιείται το σύνηθες δρομολόγιο, δίχως παρεκκλίσεις πλην αυτών που σχετίζονται με λόγους ανωτέρας βίας.

γ) Στην οικία του εργαζομένου, εφόσον το γεγονός συνέβη κατά την αναχώρηση ή άφιξή του από την εργασία.

  1. Ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες δύνανται να προκληθούν εργατικά ατυχήματα:

α) Εφόσον αποδειχθεί ότι το ατύχημα οφείλεται στην υπέρμετρη προσπάθεια που κατέβαλε σε δεδομένο χρόνο ο εργαζόμενος, για να ανταποκριθεί σε ασυνήθιστους κατά το χρόνο αυτό όρους εργασίας ή στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εργασθεί για ορισμένο χρόνο κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, ακόμη και εάν ο εργαζόμενος υπέφερε ήδη από νόσο ή πάθηση που επιδεινώθηκε από την εργασία του, λόγω της υπέρμετρης προσπάθειας που κατέβαλε για να ανταποκριθεί στις δυσμενείς αυτές συνθήκες.

β) Λόγω τεκμηριωμένης μη συμμόρφωσης του εργοδότη να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας ή να προσαρμόσει τις συνθήκες εργασίας στον άνθρωπο.

γ) Κατά τα διαλείμματα της εργασίας ή την μεσημεριανή διακοπή μέσα στο χώρο της εργασίας, ή μετά την απομάκρυνση από το χώρο αυτό, εφόσον η ενέργεια σχετίζεται με αδυναμία ικανοποίησης βασικών αναγκών από την εργοδοσία.

δ) Όταν η εργασία συνεχίζεται υπό δυσμενείς όρους και συνθήκες, ακόμα και στην περίπτωση όπου φύση της εργασίας δε επιτρέπει την εκτέλεσή της υπό βέλτιστους όρους και προϋποθέσεις, προκαλώντας επιπτώσεις στην υγεία του εργαζόμενου όπως ελαφρά έως και σοβαρή επιδείνωση της υγείας, πρόκληση προσωρινής ή μόνιμης βλάβης, μερικής ή ολικής ανικανότητας ακόμα και θάνατός.

ε) Ένεκα εγγενών, εκτάκτων και μη, ιδιαιτεροτήτων των συνθηκών εργασίας.

  1. Ειδικές περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων:

α) Η αυτοκτονία συνιστά εργατικό ατύχημα εφόσον αποδειχθεί ότι τελέστηκε υπό συνθήκες διατάραξης των ψυχικών ή διανοητικών λειτουργιών που σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με το περιβάλλον της εργασίας. Αυτές δύνανται να σχετίζονται με άσκηση ψυχικής ή άλλης μορφής βίας.

β) Περιπτώσεις πρόκλησης βλάβης από καρδιακό νόσημα ακόμα και εάν το συμβάν έλαβε χώρα στην κατοικία τους εργαζόμενου, δύνανται να χαρακτηριστούν εργατικό ατύχημα υπό συνθήκες που οφείλουν να αποδείξουν τη σχέση του συμβάντος με τις συνθήκες εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση οφείλεται σε κοινή νόσο, η οποία ωστόσο οφείλει να αποδειχθεί από τον εργοδότη.

  1. Στην περίπτωση που το εργατικό ατύχημα αφορά εργαζόμενο του Δημοσίου σε οποιαδήποτε νομική μορφή του και με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν παράλληλα με έτερες διατάξεις.»

— 
Πανελλαδική Ομοσπονδία Ενώσεων Στρατιωτικών – Π.Ο.Ε.Σ.