Του Ηλία Προύφα
Σαφείς αιχμές κατά του πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας άφησε η Μαρία Καριστιανού, στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε με την ανακοίνωση για την ίδρυση νέου πολιτικού φορέα, αναφερόμενη εκτενώς στα ζητήματα που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις και ειδικότερα τους υπαξιωματικούς.
Η κ. Καριστιανού επιβεβαίωσε ότι είχε συναντήσεις και συζητήσεις με αποφοίτους ανωτέρων στρατιωτικών σχολών, με αντικείμενο το περιεχόμενο και τις συνέπειες του πολυνομοσχεδίου, το οποίο –όπως σημείωσε– φέρει τον τίτλο «Χάρτης μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή».
«Ο τίτλος μπορεί να μιλά για μετάβαση στη νέα εποχή, όμως στην πράξη πρόκειται για υποβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η δημόσια διαβούλευση συγκέντρωσε περίπου 16.000 σχόλια, αριθμός που –όπως είπε– αποδεικνύει τη σοβαρότητα και την ένταση των αντιδράσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή της, παρουσιάζεται το νομοσχέδιο από την κυβέρνηση, κάνοντας λόγο για μια «βιτρίνα» που επιχειρεί να εμφανίσει τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς ως ανθρώπους που ενδιαφέρονται μόνο για την καριέρα και τους τίτλους τους, ενώ ταυτόχρονα χαρακτηρίζει τους υπαξιωματικούς «αχάριστους», επειδή συνεχίζουν να αντιδρούν παρά τις περιορισμένες οικονομικές παροχές.
Στην ουσία όμως, όπως τόνισε, το πολυνομοσχέδιο οδηγεί στη σταδιακή εξαφάνιση του κλάδου των υπαξιωματικών, ενός κρίσιμου πυλώνα των Ενόπλων Δυνάμεων, που περιλαμβάνει έμπειρους και υψηλής κατάρτισης τεχνίτες, υπεύθυνους για τη συντήρηση και την επιχειρησιακή ετοιμότητα πλοίων, αεροσκαφών, ραντάρ και λοιπών κρίσιμων οπλικών συστημάτων.
«Μιλάμε για ανθρώπους που, σύμφωνα με όσα μου μεταφέρθηκαν, κατατάσσονται παγκοσμίως στις υψηλότερες θέσεις ως προς τη μεθοδολογία, την οργάνωση και τη διαχείριση της τεχνικής υποστήριξης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι πρόκειται για ένα σύστημα που θα έπρεπε απλώς να συντηρηθεί και να ενισχυθεί – όχι να αποδομηθεί.
Η Μαρία Καριστιανού άσκησε έντονη κριτική, κάνοντας λόγο για εφαρμογή της λογικής των ιδιωτικοποιήσεων και στον χώρο της άμυνας, πρακτική που –όπως είπε– έχει ήδη δοκιμαστεί σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως οι μεταφορές, η παιδεία και η υγεία.
«Η χώρα δεν είναι επιχείρηση», υπογράμμισε με έμφαση, σημειώνοντας ότι τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με καθαρά εμπορικούς όρους. «Οι Ένοπλες Δυνάμεις χρειάζονται ελληνική ψυχή, παιδεία και ανθρώπους που έχουν εκπαιδευτεί μια ζωή για να προασπίζουν την εθνική κυριαρχία. Αυτούς δεν μπορείς να τους αντικαταστήσεις με ιδιωτικές εταιρείες».
Καταλήγοντας, επεσήμανε ότι πέραν των θεμάτων ασφάλειας, η ιδιωτικοποίηση κρίσιμων λειτουργιών συνεπάγεται και επιπλέον οικονομικό βάρος για τον Έλληνα φορολογούμενο, θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για τη σκοπιμότητα και τις πραγματικές επιδιώξεις του πολυνομοσχεδίου.
