13.3 C
Athens
Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου, 2021
Αρχική ΔΙΑΦΟΡΑ Θυμόταν μόνο τον αριθμό 77135…

Θυμόταν μόνο τον αριθμό 77135…

Σταύρος Τζίμας

  • «Αυτή που έχασε το όνομά της,
  • τα μαλλιά της, τη δύναμη να θυμάται, κρύο το στήθος, άδεια τα μάτια, 
  • σαν βάτραχος το χειμώνα…» 
  • Πρίμο Λέβι, «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος».
  •  
  • Η Εσθήρ Κοέν, επιζήσασα του Aουσβιτς, πέθανε πριν από λίγες ημέρες, πλήρης ημερών (97 χρόνων) και με καλή φροντίδα, στο Ρέστειο εβραϊκό γηροκομείο των Αθηνών. Τα τελευταία (αρκετά) χρόνια της ζωής της, η προχωρημένη άνοια τής είχε αφαιρέσει τη δύναμη να μπορεί να επικοινωνήσει τον εφιάλτη της έστω και αν μέσα της αισθανόταν μια βίαιη και επιτακτική παρόρμηση να το κάνει. Η φοβερή νόσος είχε σβήσει από τη μνήμη της τα πάντα, πλην ενός τραγικού αριθμού, του 77135.

Δεν θυμόταν ποια ήταν, ούτε πως την έλεγαν, ούτε, έστω, κάποιες από τις φρικιαστικές σκηνές που αποτύπωσε στον νου της, ούτε τα παιδιά της. Τίποτε από την τραγική διαδρομή της ζωής της, πλην του απεχθούς «αριθμού βραχίονα».

«Νόσησε νωρίς και από το 2008 και μετά το μόνο που θυμόταν και επαναλάμβανε διαρκώς, και μάλιστα στα γερμανικά, ήταν αυτό το νούμερο. Hταν η μόνη λέξη που δεν της έσβησε η άνοια», λέει ο Moνίς Χαλέγουα, διευθυντής του ιδρύματος που τη φιλοξένησε, αφότου έμεινε παντελώς μόνη στη ζωή. Εκτός από το χέρι, ο αριθμός-σύμβολο της ναζιστικής θηριωδίας είχε χαραχθεί τόσο βαθιά στη μνήμη της, που δεν μπόρεσε να τον ξεριζώσει ούτε η ανίκητη έως τώρα άνοια. Με αυτόν αναφερόταν στα καθημερινά «προσκλητήρια» στο Αουσβιτς, όπου γινόταν η διαλογή ψυχών για τα κρεματόρια, αυτόν εκστόμιζε όταν στο γηροκομείο την επισκεπτόταν κάποιος και προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της, με αυτόν στο μπράτσο και μετεωριζόμενο στο χαώδες κενό μνήμης ταξίδεψε στον άλλο κόσμο. Το ’φερε η μοίρα ώστε η Εσθήρ Κοέν να συμπορευθεί στον τόπο του μαρτυρίου, αλλά και μετέπειτα, με μια άλλη, ομόθρησκη, συντοπίτισσα, που την έλεγαν επίσης Εσθήρ Κοέν.

Η «μαύρη μέρα»

Του Ιακώβ και της Μηλιάς εκείνη, του Μορδεχάι και της Φλόρας η άλλη (δεν είχαν συγγένεια), έπαιζαν, παιδούλες και έφηβες, μαζί στην εβραϊκή γειτονιά, μέσα και έξω από το Κάστρο των Ιωαννίνων, έκαναν τα ίδια όνειρα, έως τη «μαύρη μέρα» της 24ης Μαρτίου 1944, οπότε οι Γερμανοί τις πήραν, μαζί με τη συντριπτική πλειονότητα των μελών της κοινότητας, για τους θαλάμους αερίων. Τις φόρτωσαν σ’ ένα καμιόνι μελλοθανάτων μέχρι τη Λάρισα και από εκεί στο ίδιο βαγόνι με ένα από τα τρένα του θανάτου στο Αουσβιτς.

Στη διαβόητη ράμπα εκφόρτωσης των τρένων, τις ξεχώρισαν από τους γονείς τους οι οποίοι οδηγήθηκαν κατευθείαν στο κρεματόριο του Μπιρκενάου. Δεν τους ξανάδαν ποτέ. «Οταν μας πήγαν στην παράγκα για κούρεμα, ρώτησα μια παλαιότερη εάν ξέρει πού μπορεί να πήγαν τους γονείς μου. Εκείνη μου έδειξε ένα μεγάλο φουγάρο που ξερνούσε στάχτη και μου είπε ότι εκείνη τη στιγμή μπορεί να τους ανέπνεα, ότι είχαν γίνει καπνός δηλαδή. Δεν άντεξα και λιποθύμησα…».  

Από εύνοια της τύχης οι «δύο Εσθήρ» του Αουσβιτς επέζησαν και επέστρεψαν στα Γιάννενα με τη φρίκη αποτυπωμένη στο σώμα και στην ψυχή. Είχαν χάσει μάνα, πατέρα, αδέλφια (επέζησαν –τι σύμπτωση!– από μια αδελφή), τους συγγενείς όλους και με τον γυρισμό βρήκαν τις περιουσίες τους λεηλατημένες. Παντρεύτηκαν και οι δύο ομοθρήσκους τους, τον Ιωσήφ και τον Σαμουήλ, οι οποίοι είχαν επιζήσει δραπετεύοντας την ύστατη ώρα στα γύρω βουνά και πολεμώντας από τις γραμμές της Αντίστασης.

Επρεπε να ανέβουν έναν ακόμη Γολγοθά, αυτόν της επιστροφής στη ζωή. Δεν ήταν εύκολο. Ξεκίνησαν τον αγώνα της επιβίωσης αποφεύγοντας να επικοινωνήσουν στους γύρω τους αυτά που είδαν, άκουσαν και ένιωσαν στην κόλαση του Αουσβιτς-Μπιρκενάου. Εξάλλου, ποιος να τις πίστευε; Οταν στη Θεσσαλονίκη επέστρεψαν οι πρώτοι επιζήσαντες και η τοπική εβραϊκή κοινότητα οργάνωσε κάποιες εκδηλώσεις για να πληροφορηθεί ο κόσμος τι απέγιναν οι Εβραίοι συμπολίτες του, πολλοί ήταν εκείνοι που θεώρησαν ότι τα όσα άκουγαν δεν ήταν παρά ένα ψέμα!

Χτυπήματα της μοίρας

Βυθισμένες στη σιωπή πορεύτηκαν δύσκολα δεχόμενες και εν ειρήνη σκληρά χτυπήματα της μοίρας: έχασαν από φυσικά αίτια και οι δυο τους από ένα παιδί! Εζησαν αποτραβηγμένες στα Γιάννενα έως τα προχωρημένα γηρατειά με ανεξίτηλα χαραγμένο στο χέρι, στη μνήμη και στην ψυχή τον απαίσιο «αριθμό βραχίονα», που τις συνόδευε παντού – μέχρι και τον τάφο.

Αυτός ήταν το ονοματεπώνυμό τους, η ταυτότητά τους. Αυτόν (μόνο) ψέλλιζε στο λυκόφως της ζωής της η Εσθήρ του Ιακώβ και της Μηλιάς όταν μαθητές γυμνασίων επισκέπτονταν το Ρέστειο, για να μάθουν από «πρώτο χέρι» για το Ολοκαύτωμα, με αυτόν συστήθηκε η Εσθήρ του Μορδεχάι και της Φλόρας όταν στάθηκε προσοχή και με προτεταμένο τον βραχίονα (στα προσκλητήρια του Αουσβιτς) στον πρώην πρόεδρο της Γερμανίας Γιοάχιμ Γκάουκ για να τον ρωτήσει «γιατί μας τα κάνατε όλα αυτά;» και να τον κάνει να δακρύσει.

thymotan-mono-ton-arithmo-771350
Μαθητές γυμνασίων την επισκέπτονταν στο Ρέστειο, για να μάθουν από «πρώτο χέρι» για το Ολοκαύτωμα.

«Ηταν Δεκέμβριος του 2017, όταν μια ομάδα μαθητών μαζί με την καθηγήτριά μας επισκεφθήκαμε την οικογένεια του Ρέστειον», έγραψε στο Facebook η μαθήτρια του 6ου Λυκείου Γλυφάδας Αγγελική Πολυκράτη. «Αφού ακούσαμε τις ιστορίες ζωής των ενοίκων του κέντρου φιλοξενίας ηλικιωμένων, σιγά σιγά όλα τα παιδιά πλησιάσαμε μια ηλικιωμένη κυρία που καθόταν σ’ ένα καροτσάκι λόγω της αρκετά προχωρημένης ηλικίας της. Κρατούσε μια μπορντό τσαντούλα. Την κρατούσε σφιχτά, σαν να μην ήθελε να την αποχωριστεί… Την κοιτούσαμε και την περιεργαζόμασταν. Δεν μίλαγε, το βλέμμα της όμως… ακόμη το θυμάμαι. Σαν κοίταζες τις κόρες των ματιών της, έβλεπες μέσα τους τη ζωή της όλη. Και ήρθε η στιγμή που καταφέραμε δειλά δειλά να την πλησιάσουμε. “77135” ίσα που κατάφερε να ψελλίσει κοιτάζοντάς μας. Χωρίς να μπορεί να μιλήσει… Το μόνο που η ψυχή της κατάφερε να εκπνεύσει ήταν αυτός ο αριθμός. Προσεχτικά και σιγά σιγά τον άγγιξα. Ρίγος. Νιώθω τεράστια τιμή και δέος που την είδα, που άκουσα το βλέμμα της να μου μιλάει και που άγγιξα τον αριθμό της. Θυμάμαι σαν παιδί τότε να λέω στον εαυτό μου: “Αυτή η γυναίκα είναι ένας άνθρωπος-μνημείο”. Ετσι είναι. Αυτή η συνάντηση είναι ένας θησαυρός που θα τον έχω για πάντα χαραγμένο στην καρδιά μου. Με το κείμενο αυτό θέλω να αποχαιρετήσω την κυρία με την μπορντό τσάντα».

«Ηταν μια γλυκύτατη ύπαρξη, πάντα με το χαμόγελο, με έναν καλό λόγο για όλους, που άντεξε καρτερικά τα μαρτύρια που της επιφύλαξε η ζωή», μας είπε ο Μωυσής Ελισάφ, που ως πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων και δήμαρχος κήδεψε την Εσθήρ στην πόλη όπου γεννήθηκε και αγάπησε. Ενταφιάστηκε πλάι στην άλλη Εσθήρ, που είχε φύγει από τη ζωή ένα χρόνο πριν, τον Δεκέμβριο του 2020, παίρνοντας και αυτή μαζί της το μεγάλο «γιατί;» και φυσικά τον δικό της απαίσιο αριθμό «77102» στο μπράτσο. Μαζί στη γειτονιά, στα τρένα του θανάτου, στην πόρτα των θαλάμων αερίων, στην επιστροφή στη ζωή, στα βάσανα και τώρα δίπλα δίπλα στην τελευταία τους κατοικία.

«Στον τάφο μου…»

«Δεν θα ήθελα με το που θα πεθάνω να πάψω να φωνάζω γι’ αυτό που έζησα και ίσως θα έπρεπε πάνω στον τάφο μου να χαράξουν και τον αριθμό που είχα στο χέρι, για να τον βλέπουν οι ερχόμενες γενιές και να ρωτάνε τι σημαίνει αυτό», μου είχε πει σε μία από τις συνεντεύξεις μας για την «Κ» η Εσθήρ της Φλόρας.  

Αλλες τρεις γυναίκες από τους «Γιαννιώτες του Αουσβιτς» και συνολικά όχι περισσότεροι από είκοσι στην Ελλάδα βρίσκονται εν ζωή, σε παρατεταμένη σιωπή καθώς οι μνήμες, όπως στην περίπτωση της Εσθήρ, αδυνατίζουν και δεν θα είναι μακριά η μέρα που οι ζωντανοί αδιάψευστοι μάρτυρες του Ολοκαυτώματος θα εκλείψουν.

ΠΗΓΗ: https://www.kathimerini.gr