13.3 C
Athens
Σάββατο, 11 Ιουλίου, 2020
Αρχική ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Του Στρατιωτικού Ιερέα Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ιστρατόγλου

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Του Στρατιωτικού Ιερέα Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ιστρατόγλου

Αρχική ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Του Στρατιωτικού Ιερέα Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ιστρατόγλου

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Του Στρατιωτικού Ιερέα Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ιστρατόγλου

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

                                       Του Αρχιμ Αλεξίου Ιστρατόγλου

        Σχη(ΣΙ) Στρατιωτικού Ιερέα Αρχηγείου Στόλου και Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Μέσα από αυτή την επικοινωνία μας, θέλω να απευθύνω προς όλους τον πασχαλινό χαιρετισμό ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ. Μετά από την πορεία μας μέσα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στη συνέχεια την Μεγάλη Εβδομάδα αξιωνόμαστε να βρισκόμαστε μέσα στο μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Σωτήρος Χριστού. Ζούμε κάτω από διαφορετικές συνθήκες και πρωτόγνωρες  καταστάσεις για τον τόπο και τις συνήθειες μας αυτό το κορυφαίο γεγονός που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πίστεώς μας. Ζούμε την χαρά της Αναστάσεως ακόμα και αν δεν βιώσαμε όπως έπρεπε και όσο θα θέλαμε το πνεύμα της Τεσσαρακοστής και πολύ περισσότερο της Μεγάλης Εβδομάδας. Ζούμε και βιώνουμε την Ανάσταση εν μέσω πειρασμών και δυσκολιών ακόμα, έχοντας μέσα στην καρδιά και στο μυαλό μας γεγονότα, πρόσωπα, περιστατικά που μας έκαναν να ζήσουμε λίγο την πορεία του Κυρίου προς το Πάθος και το Σταυρό στην εποχή μας με άλλους όμως πρωταγωνιστές που όμως φάνηκαν αντάξιοι μιμητές εκείνων των προσώπων που διαβάζουμε στα ιερά κείμενα και ακούμε στους ύμνους που ψάλλονται.

Θέλω να ξετυλίξω την σκέψη μου με μια διαπίστωση και αφορά την Ανάσταση και την σχέση και στάση μας απέναντι αυτού του γεγονότος. Μέσα από την καθημερινή μου επικοινωνία εντός και εκτός του Ναυστάθμου, συναντώντας γνωστούς και αγνώστους, αυτό που εισπράττω ως χαιρετισμό είναι «χρόνια πολλά» αντί του «Χριστός Ανέστη». Στον δικό μου χαιρετισμό Χριστός Ανέστη, συναντώ αρχικά μια δυσκολία στο να μου απαντήσουν όπως πρέπει. Δεν κατηγορώ κανέναν δεν κρίνω κανέναν. Μου φαίνεται εντελώς φυσιολογικό και το εξηγώ. Ο χαιρετισμός Χριστός ανέστη είναι η μαρτυρία μας ότι ο Κύριος μας ανέστη εκ των νεκρών πατήσας τον θάνατο. Ο χαιρετισμός αυτός μαρτυρεί την νίκη του Κυρίου έναντι του Άδου και του θανάτου, αφού ο Κύριος μας κατεβαίνοντας στον Άδη τον νίκησε και απελευθέρωσε όλους τους δέσμιους που κατείχε.

Στην εικόνα της Αναστάσεως βλέπουμε τον Κύριο να πατάει πάνω σε σπασμένες πόρτες, σε σπασμένες κλειδαριές, αλυσίδες, λουκέτα. Κρατάει από τον καρπό του χεριού έναν άνδρα και μια γυναίκα, τον Αδάμ  και την Εύα και πίσω ακολουθούν και άλλα πρόσωπα, ενώ ο Άδης βρίσκεται στο κάτω μέρος της εικόνας μέσα σε ένα μαύρο τοπίο αλυσοδεμένος και ανίκανος να αντιδράσει. Ο Χριστός συνέτριψε το κράτος του θανάτου και μάλιστα σε ένα τροπάριο το οποίο ψάλλουμε το Μεγάλο Σαββάτο το πρωί στην Ακολουθία του Εσπερινού, σε  έναν μονόλογο που κάνει ο Άδης αναφέρει και λέει  ότι με συνέφερε να μην δεχτώ στο βασίλειο μου Αυτόν που μου διέλυσε το κράτος και μου πήρε τους αιχμάλωτούς μου. Και τελειώνει ο υμνωδός του τροπαρίου αυτού λέγοντάς μας : «Δόξα Κύριε τω Σταυρώ Σου και τη  Αναστάσει Σου».

 Επομένως ο πασχαλινός αυτός χαιρετισμός έρχεται να διαλαλήσει προς κάθε κατεύθυνση αυτήν την νίκη, αυτόν τον θρίαμβο και η απάντηση αληθώς ανέστη την επιβεβαίωση από εμάς, της κατανοήσεως και της βιώσεως αυτού του γεγονότος που μας αγγίζει, που γεμίζει την ψυχή μας,  που μας κάνει να γευόμαστε αυτή την νίκη ως την προσωπική μας νίκη και επιτυχία μέσα στην καθημερινότητά μας. Φέτος όμως δεν είχαμε την δυνατότητα να προσεγγίσουμε αυτό το γεγονός και όλα τα γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν γίναμε κοινωνοί του Πάθους, του Σταυρού και της Αναστάσεως από κοντά, αλλά από μακριά. Ζήσαμε την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα

όσοι βεβαίως το καταφέραμε λόγω θέσεως και ιδιότητας στους Ναούς(ιερείς, ψάλτες, νεωκόροι, επίτροποι και όχι όλοι, γιατί ο επιτρεπόμενος αριθμός μέσα στους Ναούς ήταν τέσσερα άτομα),οι υπόλοιποι μέσα από την παρακολούθηση των ιερών Ακολουθιών από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο. Έγιναν οι Ιερές Ακολουθίες τηλεοπτικές σειρές με συνέχεια, τις οποίες κάποιοι τις παρακολουθούσαν με θρησκευτική ευλάβεια σαν να ήταν στο Ναό και κάποιοι άλλοι κάνοντας παράλληλα και κάποιες δουλειές για να κερδίζουν χρόνο και απλώς είχαν ανοιχτή την τηλεόραση και έπαιζε και κάπου-κάπου έριχναν και καμιά κλεφτή ματιά και έκαναν και κανέναν σταυρό.

Οι Ιερές Ακολουθίες μέσα στην «οικονομία» που εφαρμόστηκε από την Εκκλησία για το κοινό καλό όπως τονίζεται από την αρχή αυτού του κακού που μας ταλαιπωρεί, έγιναν τηλεοπτικές σειρές όπου άρχισαν να καταγράφονται και μετρήσεις για τα ποσοστά τηλεθέασης που συγκέντρωσαν. Και μέσα σε αυτήν την απουσία των πιστών από το ζωντανό σώμα της Εκκλησίας περιοριστήκαμε σε μια άγευστη, άχρωμη και άοσμη λειτουργική προσέγγιση που την βαφτίσαμε «κατ’ οίκον Εκκλησία». Έτσι δεν είχαμε την δυνατότητα με τα ανάξια χείλη μας να αγγίξουμε την εικόνα του Νυμφίου Χριστού, τον Εσταυρωμένο, το Σώμα του Κυρίου στον Επιτάφιο, την εικόνα της Αναστάσεως. Δεν είχαμε την δυνατότητα μέσα στους Ιερούς μας Ναούς να υποδεχθούμε τον Νυμφίο Χριστό. Δεν μπορέσαμε να κλάψουμε στην θέα του Κυρίου μας πάνω στο Σταυρό. Δεν καταφέραμε να εναποθέσουμε λίγα λουλούδια στον Τάφο Του, μαζί με τα δάκρυα και την συγνώμη μας για τα λάθη και τις ατέλειες που έχουμε. Δεν αξιωθήκαμε να κρατήσουμε στα χέρια μας την λαμπάδα μας, το κερί μας με το Άγιο Φως το οποίος θα μας έδινε ο Ιερέας καλώντας μας να το πάρουμε για να φωτίσουμε την ύπαρξή μας, τα σπιτικά μας, τον τόπο μας, με την χαρά της Αναστάσεως και βεβαίως δεν μπορέσαμε πάνω από όλα να προσέλθουμε στο Ποτήριο της ζωής για να λάβουμε το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού : «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον».  

 Μέσα λοιπόν σε αυτήν την κατάσταση είναι φυσικό ο πασχαλινός χαιρετισμός να ηχεί περίεργα στα αυτιά μας και έτσι να περιοριζόμαστε σε αυτόν τον απρόσωπο χαιρετισμό «χρόνια πολλά», που δεν λέει τίποτα, δεν δίνει χρώμα, δεν δίνει το στίγμα της μεγάλης αυτής εορτής. Όμως το πρόβλημα είναι ότι γενικότερα όλη αυτή η περίοδος ήταν τελείως διαφορετική με τα θετικά και αρνητικά που μπορούμε να σημειώσουμε και από τα οποία μπορούμε να διδαχθούμε εξάγοντας ο καθένας τα συμπεράσματα του. Η Ανάσταση είναι το αποκορύφωμα της σαρακοστής και της Μεγάλης εβδομάδας. Για να εορτάσουμε Ανάσταση πρέπει να εορτάσουμε και να ζήσουμε την κυρά σαρακοστή και την Μεγάλη εκείνη εβδομάδα στην οποία συμβαίνουν μεγάλα και σπουδαία γεγονότα για την σωτηρία και τον αγιασμό μας. Πρέπει  να κάνουμε τον αγώνα μας αγωνιζόμενοι τίμια και ευσυνείδητα προκειμένου να πετύχουμε τον σκοπό και τον στόχο μας μέσα από μια πάλη, μέσα από μάχες, μέσα από πειρασμούς, μέσα από αντιξοότητες και δυσκολίες, που όμως όλα αυτά αναδεικνύουν το αγωνιστικό, ηρωικό και ομολογιακό μας φρόνημα.

 Η Ανάσταση φέτος ήταν διαφορετική διότι διαφορετική ήταν η σαρακοστή και η Μεγάλη Εβδομάδα. Φέτος οι προϋποθέσεις για να πούμε το Χριστός Ανέστη δεν ήταν οι ίδιες με τα προηγούμενα χρόνια. Η διάθεση του κόσμου επίσης δεν ήταν η ίδια. Ακόμα και η στάση της Εκκλησίας ήταν διαφορετική μέσα σε αυτό το καινούριο που είχε να αντιμετωπίσει και για το οποίο κλήθηκε να δώσει τη μαρτυρία Της μέσα από την μακραίωνη παράδοση των δύο χιλιάδων χρόνων, που όμως άφησε ασυγκίνητους όλους εκείνους είτε πιστούς είτε δήθεν πιστούς είτε μη πιστούς. Έγιναν πράγματα τα οποία οδήγησαν την σκέψη μας σε παλαιότερες εποχές που διαβάζουμε στα βιβλία και στα συναξάρια των Αγίων μας ενώ το περίεργο είναι ότι το κυρίαρχο πρόσωπο δεν ήταν ο Χριστός που ήλθε προς το εκούσιον Πάθος ίνα σταυρωθεί για την δική μας σωτηρία, χαρίζοντάς μας ζωήν την αιώνιον.  

Θα αναφέρω στην αγάπη σας πολύ σύντομα κάποια πράγματα που συνέβησαν και τα γνωρίζουμε και τα βιώσαμε όλοι ο καθένας με τον δικό του τρόπο και αποδεικνύουν γιατί δεν μπορέσαμε να ζήσουμε Ανάσταση. Από την Τρίτη εβδομάδα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής οι Ναοί μας σταμάτησαν να λειτουργούν, δηλαδή να τελούνται οι Ιερές Ακολουθίες της περιόδου αυτής( Θεια Λειτουργία, Μεγάλο Απόδειπνο Χαιρετισμοί) με  Υπουργικές Αποφάσεις με τη σύμφωνη γνώμη της Εκκλησίας. Οι Ναοί δεν έκλεισαν όπως πίστευαν και όπως ενδεχομένως να ήθελαν κάποιοι άλλοι, ήταν ανοικτοί για προσωπική-ατομική προσευχή, αλλά μέσα στα περιοριστικά μέτρα που ίσχυαν, δεν είχε προβλεφθεί η μετάβαση στους Ιερούς Ναούς και αυτό θα επιτυγχάνονταν από όποιον επιθυμούσε μόνο αν συνδυαζόταν με κάποια άλλη μετακίνηση για τους λόγους που είχαν καθοριστεί.  

 Η απαγόρευση αυτή ίσχυε μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου. Έτσι διανύσαμε τη σαρακοστή χωρίς να καταλάβουμε τίποτα. Πεθαμένη σαρακοστή. Μια σαρακοστή χωρίς στόμα, χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά, χωρίς καμία αίσθηση. Δεν ακούσαμε την ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου:«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως…». Δεν ψάλλαμε τον εθνικό ύμνο της Εκκλησίας μας «τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια..». Δεν προσκυνήσαμε τον Τίμιο Σταυρό την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Δεν διδαχθήκαμε από την Οσιακές μορφές του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου και της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Δεν ψάλλαμε τον Ακάθιστο Ύμνο και δεν ακούσαμε τα κατανυκτικά τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος έργο του Αγίου Ανδρέου Κρήτης. Και τέλος δεν είχαμε την δυνατότητα να μεταλάβουμε τον Κύριο μας, μένοντας νηστικοί πνευματικά και χωρίς το κατ’ εξοχήν πνευματικό μας εφόδιο.

Από την Κυριακή των Βαΐων τα πράγματα λίγο άλλαξαν. Οι ιερές Ακολουθίες θα τελούνται αλλά κεκλεισμένων των θυρών. Τι σημαίνει αυτό; Μέσα στον Ιερό Ναό θα βρίσκονται μόνο ο ιερέας, οι δύο ψάλτες  και ο νεωκόρος. Κανένας άλλος. Οι Εκκλησίες κλειστές για το λαό του Θεού πριν, μετά και κατά την διάρκεια των Ακολουθιών. Όχι μεγάφωνα, όχι καμπάνες. Όχι περιφορά του Επιταφίου. Όχι στόλισμα αυτού. Η Ανάσταση μέσα στον Ιερό Ναό. Όλα στα κρυφά, στα σιγανά χωρίς τυμπανοκρουσίες χωρίς να προκαλούμε. Και γεννάται το ερώτημα: ποιους να προκαλέσουμε τους χριστιανούς ή τις μειονότητες και τις ομάδες εκείνες που έψαχναν ευκαιρία να πολεμήσουν την Εκκλησία μέσα από την σιωπή και την ταπεινότητα την οποία διδάσκει το χριστιανικό ήθος; Αυτό το ερώτημα φέρνει άλλα ερωτήματα και απορίες αλλά δεν θα  επεκταθούμε, γιατί δεν είναι σκοπός μας να καταγράψουμε τα ερωτήματα και να δώσουμε απαντήσεις, γιατί  αφ’ ενός μεν δεν είμαστε αρμόδιοι και αφ’ ετέρου το κείμενο μας αυτό δεν έχει τέτοιο σκοπό και πρόθεση. 

Μέσα λοιπόν σε αυτή την κατάσταση που επικράτησε το κυρίαρχο πρόσωπο δεν ήταν ο Χριστός όπως σημειώσαμε και παραπάνω, αλλά άλλα πρόσωπα. Ακόμα και  αυτά που συνέβησαν θύμιζαν μια Μεγάλη Εβδομάδα όπου η κεντρική ιδέα ήταν η προδοσία, το ψέμα, η υποκρισία, μέσα στην ανεξικακία και φιλανθρωπία του Θεού. Οι Ιερείς δεχτήκαμε μια πολεμική από τους λεγόμενους «χριστιανούς» και τους άθεους που δεν είχε τέλος. Μια πολεμική ανεκδιήγητη. Οι καταγγελίες η μια πίσω από την άλλη. Τα ψέματα δεν σταματούσαν και μας θύμιζαν τους ψευδομάρτυρες που αναφέρουν τα ιερά Ευαγγέλια που πήγαν στο δικαστήριο για να ψευδομαρτυρήσουν κατά του Ιησού. Τα ψεύδη και οι συκοφαντίες η μία πίσω από την άλλη που διερωτώμαι με τι συνείδηση έλεγαν όλα αυτά τα οποία έλεγαν χωρίς να ντρέπονται για την κατάντια τους, χωρίς να ντρέπονται τον Θεό, χωρίς να κοκκινίζουν ατενίζοντας στα πρόσωπα που κατηγορούσαν την αλήθεια την οποία οι ίδιοι δεν γνώρισαν και δεν θα γνωρίσουν ποτέ.

 Σεβάσμιοι Ιερείς και Αρχιερείς ακόμα οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα, αφού πρώτα συνελήφθηκαν από την αστυνομία ως κακούργοι και οδηγήθηκαν ενώπιον αυτών με την

κατηγορία όχι αυτή που τους απαγγέλθηκε, αλλά με την κατηγορία ότι ήταν άξιοι Ιερείς που τιμούν το τίμιο ράσο που φορούν και το φορούν όχι από ιδιοτέλεια, αλλά από αγάπη προς τον Χριστό Και την Εκκλησία Του, η οποία είναι ποτισμένη με το αίμα των Αγίων μας που καθημερινά εορτάζουμε και τιμούμε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι  Ιερείς δεν ήταν και δεν είναι άξιοι ή δεν τιμούν το ράσο τους. Είναι άξιοι και υπέρ άξιοι, αλλά ο καθένας κάνεις τις επιλογές του και ενεργεί με την διάκριση που τον χαρακτηρίζει. Σε κάποιους άλλους Ιερείς τους επισκέφθηκε ο εισαγγελέας  ή η αστυνομία για να τους κάνει συστάσεις, για να τους προειδοποιήσει ότι αν κάνουν καμία παρανομία δηλαδή ανοίξουν τις εκκλησίες και περάσει κανένας πιστός να προσκυνήσει ή να κοινωνήσει, θα διατάξουν τη σύλληψή τους.  Εκφοβισμός, εκνευρισμός τυπικότητα, κενότητα.

Έξω από τους Ναούς συναντούσαμε συνέχεια περιπολικά για να αποτρέπουν την προσέλευση των πιστών ή να επεμβαίνουν σε τυχόν καταγγελίες που έλεγαν ότι βρίσκονταν περισσότεροι και τότε  χτυπούσαν τις πόρτες των Ναών κατά την διάρκεια των Ακολουθιών έμπαιναν μέσα και έκαναν  καταμέτρηση των προσώπων που βρίσκονταν μέσα. Βεβαίως όσοι είχαν μάτια καθαρά διαπίστωναν από την αυτοψία που έκαναν ότι υπήρχε δόλος από την καταγγελία και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Έφευγαν και ζητούσαν συγνώμη για την αναστάτωση και ενδεχομένως αν είχαν και φόβο Θεού να ζητούσαν συγνώμη και από τον Θεό για το άχαρο έργο το οποίο επιτελούσαν εκείνη την στιγμή. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που στην καταμέτρηση που έκαναν τους έβρισκαν περισσότερους, είτε γιατί τους μετρούσαν με τα κυβικά τους, είτε διότι τα μάτια τους δεν μπορούσαν να δουν την αλήθεια και ήθελαν να δημιουργήσουν πρόβλημα ικανοποιώντας τον εγωισμό τους ότι έπραξαν το καθήκον τους. Όμως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι φοβερός ο αγιογραφικός λόγος που λέει : «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος».

 Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλα πολλά. Σταματώ εδώ. Πιστεύω ότι όλοι καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά και πολλά άλλα γέμισαν με πολύ πίκρα τις ψυχές μας αυτές τις ημέρες. Η στενοχώρια μας πολύ μεγάλη. Η αγωνία μας για το αύριο συντρίβει τις ψυχές μας, ενώ το γιατί κυριαρχεί στις σκέψεις μας. Αυτό το γιατί μοιάζει με το γιατί το οποίο απευθύνει ο Χριστός μας στο λαό που τόσο ευεργέτησε και αυτός ανταποκρίθηκε με μίσος, με κακία, με άρνηση, με ύβρεις και τέλος με το σταυρικό θάνατο. Γιατί αυτός ο πόλεμος εναντίον της Εκκλησίας αυτές τις ημέρες; Γιατί αυτό το μίσος απέναντι στη μητέρα εκείνη που δεν σταμάτησε καθόλου να ενδιαφέρεται για τα παιδιά της και να μεριμνά για αυτά; Γιατί αυτή η στάση αυτών των ανθρώπων που θέλουν να λέγονται χριστιανοί αλλά μόνο χριστιανοί δεν είναι και το απέδειξαν με το να γίνονται χειρότεροι και από το φίδι εκείνο που παρέσυρε τον Αδάμ και την Εύα στο να παρακούσουν την εντολή του Θεού; Γιατί αυτή η κακία απέναντι των προσώπων εκείνων που μένουν πιστοί στο Λόγο του Θεού χωρίς να υψώνουν το ανάστημά τους χωρίς να κομπάζουν, χωρίς να πουλούν την ψυχή τους και να πατούν επί πτωμάτων για να κερδίσουν θέσεις και αξιώματα, αλλά εφαρμόζουν το αγιογραφικό χωρίο : «πειθαρχείν δη Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»;

Αυτά τα γιατί είναι εκείνα που έκαναν την σταύρωση ακόμα πιο επώδυνη και μαρτυρική. Αυτά τα γιατί που ακόμα ταλανίζουν τις ψυχές μας δίνουν την δυνατότητα σε κάποιους να νομίζουν ότι πέτυχαν το σκοπό τους και όπως έγραψε και κάποιος διανοούμενος της εποχής μας, ότι η  Εκκλησία με όλα αυτά πληγώθηκε θανάσιμα. Όμως εδώ υπάρχει ένα μυστικό. Και το μυστικό είναι ότι μετά την σταύρωση υπάρχει η ανάσταση, μετά το μαρτύριο η μαρτυρία και μετά τον θάνατο η ζωή. Αυτά δεν είναι λόγια δικά μου είναι το βίωμα των δύο χιλιάδων χρόνων της Εκκλησίας μας, είναι η μαρτυρία των εκατομμυρίων μαρτύρων μας, είναι η πίστη όλων εκείνων που μέσα στην ροή της ιστορίας με τα δάκρυα, τους αγώνες, την πίστη και την προσευχή τους, μας

προσέφεραν μέχρι σήμερα  μια Εκκλησία η οποία : «πολεμουμένη νικά η Εκκλησία διωκομένη θριαμβεύει».

 Έτσι λοιπόν μετά την Σταύρωση του Κυρίου μας και της Εκκλησίας μας, μετά την παύση των διωγμών, μετά την πτώση των αθεϊστικών καθεστώτων, μέσα στην άρνηση που υπάρχει ακόμα, εμείς μέσα σε μια δημοκρατική και Ορθόδοξη χώρα που ανήκουμε, αξιωθήκαμε και φέτος να ζήσουμε την Ανάσταση του Κυρίου και της Εκκλησίας μας. Ζήσαμε το Πάσχα διαφορετικά ως προς τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις του τόπου μας, αλλά όπως το γιορτάζουμε κάθε χρόνο με το διαχρονικό του μήνυμα. Δεν το εορτάσαμε διαφορετικά όπως μας έλεγαν κάποιοι οι οποίοι δεν ξέρουν τι σημαίνει πραγματικά Πάσχα και Ανάσταση και δεν μπορούν να καταλάβουν το πνευματικό νόημα αυτής της εορτής και το  περιεχόμενο αυτών των λέξεων που δεν είναι λέξεις αλλά τρόπος ζωής. Πάσχα σημαίνει διάβαση. Έτσι περάσαμε και εμείς από την κατάσταση της θλίψεως και της στενοχώριας, μέσα από την σταύρωση και τους πειρασμούς, στην χαρά της Αναστάσεως, στη χαρά που μας δίνει ο Κύριος μας με την νίκη Του, μέσα από την θυσία και την προσφορά Του.  

Μπορεί να μείναμε μακριά από τους Ιερούς μας Ναούς αυτό όμως τώρα δεν μας στερεί την δυνατότητα να ψάλλουμε τον ύμνο της Αναστάσεως. Μπορεί να είμασταν «κλεισμένοι δια των φόβων των Ιουδαίων» στα σπίτια μας αυτή την λαμπρή ημέρα και να είμαστε ακόμα και τώρα, αυτό όμως δεν μας στερεί την δυνατότητα να έχουμε χαρά Αναστάσεως στις ψυχές και στις καρδιές μας και να την  μοιραζόμαστε με τα πρόσωπα που αγαπάμε και μας αγαπούν αυτήν την αγάπη του Θεού που ξεκίνησε με την επί γης παρουσία Του, συνεχίστηκε πάνω στο Σταυρό και το αποκορύφωμα ήταν η ζωή που προσέφερε μέσα από τον τάφο και συνεχίζει να προσφέρει από τον νέο τάφο Του μέσα στην Εκκλησία που είναι η Αγία Τράπεζα.

Έτσι λοιπόν ας μην ισοπεδώσουμε αυτή την μεγάλη εορτή. Ας μην ξεχνούμε την πίστη μας. Ας μην λησμονούμε τις παραδόσεις μας. Ας μην κάνουμε υποχωρήσεις σε θέματα πίστεως. Γεννηθήκαμε σε μια Ορθόδοξη χριστιανική χώρα. Μεγαλώσαμε σε χριστιανικές οικογένειες. Βαφτιστήκαμε στην Ορθόδοξη κολυμπήθρα, κοινωνούμε από το ίδιο Ποτήριο που μεταδίδει την όντως Ζωή. Συνεχίζουμε όλοι μαζί παρά τα εμπόδια και τις δυσκολίες  να κηρύττουμε «Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον και αναστημένον».

                                       ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

Αυτός ο χαιρετισμός ας γεμίζει την ύπαρξή μας και ας θεραπεύσει τις πληγές των προηγουμένων ημερών. Ας παρακαλέσουμε τον νικητή του θανάτου, της φθοράς και του ψέματος, να κυριαρχήσει στις ψυχές όλων μας και να χαρίσει την γαλήνη, την ηρεμία και την ησυχία που χρειαζόμαστε, προκειμένου να απολαμβάνουμε τα δώρα του Αναστάντος Χριστού, δώρα που μας οδηγούν στην χαρά της αιωνιότητας. Επίσης να συγχωρήσει και όλους εκείνους που με διάφορους τρόπους ταύτισαν το πρόσωπό τους με τα πρόσωπα εκείνα τα οποία δεν γεύτηκαν την χαρά της Αναστάσεως, μένοντας κλεισμένοι και απομονωμένοι στον εγωισμό και στην μικρότητα των φθηνών επιλογών και προτιμήσεών τους.